«Κλείσε, έρχομαι»: κόλλησα στη λάσπη του Χορτιάτη - και η αγγελία για το Defender μπήκε την επόμενη μέρα
Δυόμισι τόνοι σιγουριάς, ένα χαντάκι με λάσπη και ένα Ford F-250 που εμφανίστηκε μέσα από τα δέντρα. Πώς η πρώτη μου εξόρμηση στην τετρακίνηση έγινε και η τελευταία - και γιατί τη θυμάμαι σαν μια από τις καλύτερες μέρες μου.

Μεγάλωσα σε σπίτι που ανέπνεε αυτοκίνητα. Ο πατέρας μου δεν χρειάστηκε ποτέ να μου πει «διάβασε»· άφηνε απλώς το «4 Τροχοί» ανοιχτό στο τραπέζι της κουζίνας, κι εγώ έπεφτα πάνω του σαν να ήταν εικονογραφημένο ευαγγέλιο. Τρία ολόκληρα χρόνια πριν καν βγάλω δίπλωμα, ήξερα απ' έξω κάθε Mini Cooper που κυκλοφορούσε - χρώματα, εκδόσεις, κυβικά. Μπορούσα να σου διαβάσω δύο αγγελίες και να σου πω, με εκνευριστική λεπτομέρεια, ποια άξιζε και γιατί ο τύπος στη δεύτερη έκρυβε ότι το αμάξι είχε ξαναβαφτεί.
Η πρώτη μου αγάπη ήταν ένα μπλε Mini Cooper S. Χειροκίνητο. Με μαύρες ρίγες στο καπό. Αλλά αυτή είναι ιστορία για άλλη φορά.
Μετά από αρκετές Πορσέ που «πέρασαν από τα χέρια μου» - τρόπος του λέγειν - έπεσε στα χέρια μου ένα Land Rover Defender 110 HSE. Για πρώτη φορά στη ζωή μου ήθελα να δοκιμάσω την τύχη μου εκεί που δεν υπάρχει άσφαλτος. Στην τετρακίνηση.
Σάββατο, τέλη Γενάρη
Η πρώτη μου εξόρμηση - και, όπως θα διαβάσετε, η τελευταία - ήταν στο θρυλικό βουνό πάνω από τη Θεσσαλονίκη. Στον Χορτιάτη.
Ελαφριά ψιχάλα, απ' αυτή που δεν σε βρέχει αλλά κάθεται στο τζάμι και θολώνει τον κόσμο. Μπροστά ένα Wrangler, πίσω του ένα Cherokee, και τελευταίος εγώ.


Όσο ανεβαίναμε, τα δέντρα πύκνωναν, το πράσινο γινόταν σχεδόν μαύρο, κι ο δρόμος - που στην αρχή έκανε τον ευγενικό - άρχισε σιγά σιγά να αγριεύει. Λακκούβες, νερά, πέτρες που κουνιόνταν κάτω απ' τα λάστιχα. Η τετρακίνηση είχε μπει για τα καλά εδώ και ώρα, κι εγώ ένιωθα εκείνη τη χαζή, καθαρή ευτυχία του ανθρώπου που νομίζει ότι το μηχάνημα κάτω απ' τα χέρια του τον κάνει ικανό. Ο Defender πατούσε τη λάσπη σαν να την περιφρονούσε. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα.
Το χαντάκι
Και τότε το Cherokee σταμάτησε απρόοπτα - κι εγώ αναγκαστικά πίσω του. Χωρίς καν να το πάρω είδηση, είχα καθίσει: η μούρη του Defender είχε βουτήξει μπροστά μέσα σ' ένα χαντάκι γεμάτο λάσπη, απ' αυτή την παχιά, καφέ λάσπη που δεν σε αφήνει, σε ρουφάει.

Γύρισα το Terrain Response στο πρόγραμμα για χώμα και άμμο, σίγουρος ότι η τεχνολογία θα έλυνε ό,τι δεν έλυνε το μυαλό. Δεν έκανε τίποτα. Ή μάλλον - έκανε τα πράγματα χειρότερα. Τα λάστιχα γύρισαν στο κενό, έσκαψαν, κι ο Defender, όλος στόμφος και δυόμισι τόνοι σιγουριάς, βούλιαξε ακόμα πιο μπροστά, με το πλάι επικίνδυνα κοντά στον γκρεμό. Δέκα λεπτά αργότερα είχα τα χέρια κολλημένα στο τιμόνι και την ψευδαίσθηση της ικανότητάς μου να έχει κατρακυλήσει κάπου εκεί κάτω, στο σκοτάδι.

Τα πράγματα είχαν σκουρύνει για τα καλά.
Πήρα τηλέφωνο τον φίλο μου τον Βασίλη, που είχε ένα Amarok. Ήρθε - γρήγορα, πρόθυμα, με όλες τις σωστές προθέσεις του κόσμου. Στην πράξη, το Amarok κοίταξε τον Defender, ο Defender κοίταξε το χαντάκι, κι όλοι μαζί καταλάβαμε ότι οι καλές προθέσεις δεν βγάζουν δυόμισι τόνους Land Rover από τη λάσπη.
«Κλείσε, έρχομαι»
Τότε πήρα τηλέφωνο τον Γιώργο. Δεν χρειάστηκε να του εξηγήσω πολλά· χωρίς δεύτερη σκέψη μού είπε μόνο δύο λέξεις - «Κλείσε, έρχομαι.» Και σε λίγη ώρα, μέσα απ' τα δέντρα, ακούστηκε ένας μπάσος, βαθύς βρυχηθμός βενζίνης. Ένα θηρίο. Ένα Ford F-250 με λάστιχα τρακτέρ που έφταναν ως τη μέση μου, βίντσι μπροστά, έναν βενζινοκίνητο V8 που έκανε τον αέρα γύρω του να δονείται, και μια παρουσία που έκανε τα υπόλοιπα αμάξια να μοιάζουν με παιχνίδια. Δεν θα μπορούσε να εμφανιστεί κάτι καλύτερο εκείνη τη στιγμή. Από μέσα κατέβηκε ο Γιώργος.
Ο Γιώργος ήξερε το βουνό όπως ξέρεις το σπίτι σου μέσα στο σκοτάδι. Ήξερε τις διαδρομές, ήξερε το χώμα, ήξερε τι σηκώνει και τι όχι. All around legend. Κάποιος - από ευγένεια ή από φόβο - του είπε να τραβήξει λίγο πιο πέρα το F-250 την ώρα που θα δούλευε το βίντσι. Ο Γιώργος τον κοίταξε και είπε την ατάκα που θα θυμάμαι για πάντα:
«Φοβάστε μην φύγει το F-250; Πού να πάει; Τεσσερισήμισι τόνους είναι.»

Έβγαλε το συρματόσχοινο, το πέρασε γύρω από ένα δέντρο για να αλλάξει τη γωνία που τραβούσε - γιατί η δύναμη χωρίς σωστή γωνία δεν είναι τίποτα - και άρχισε σιγά σιγά, υπομονετικά, να με τραβάει πίσω στη ζωή.

Με τα πολλά, βγήκα.
Τι έμεινε τελικά
Στεκόμουν εκεί, λασπωμένος ως τα γόνατα, με την καρδιά ακόμα να χτυπάει, κι ένιωσα κάτι που δεν το περίμενα: ευγνωμοσύνη. Όχι για το βίντσι. Για τους ανθρώπους. Για τον οδηγό του Wrangler που περίμενε, για τον Βασίλη που ήρθε ξέροντας βαθιά μέσα του ότι μάλλον δεν θα βοηθούσε αλλά ήρθε, για τον Γιώργο που δεν το σκέφτηκε ούτε δευτερόλεπτο - «κλείσε, έρχομαι» και ήρθε. Καμία απ' αυτές τις γνωριμίες δεν θα είχε γίνει αν είχα μείνει στον καναπέ μου να μελετώ αγγελίες. Οι καλύτερες στιγμές μας - οι πραγματικές περιπέτειες - δεν έρχονται ποτέ μέσα απ' τη ζώνη ασφαλείας μας. Έρχονται τη στιγμή που κολλάμε στη λάσπη και κάποιος, χωρίς να τον ξέρουμε καν, σταματάει το F-250 του για να μας βγάλει.
Το βουνό, η ψιχάλα, οι άνθρωποι - αυτή έμεινε η ανάμνηση. Η καλή. Αλλά κάπου εκεί, με το πίσω μέρος πάνω απ' τον γκρεμό, είχα καταλάβει και κάτι άλλο: η τετρακίνηση δεν ήταν κομμάτι του χαρακτήρα μου. Ποτέ δεν ήταν.
Η αγγελία για το Defender μπήκε την επόμενη μέρα. Τι ήρθε στη θέση του, όμως, αξίζει δική του ιστορία - σύντομα, εδώ.
Αν θέλεις να γράψεις και εσύ τη δική σου ιστορία - κάνε την submit εδώ
