Σωστός γάιδαρος: το Dacia Dokker που νοικιάσαμε για να γλιτώσουμε 100 ευρώ
Ένας τύπος που τον έλεγαν Youssef, ένα γραφείο ενοικιάσεων σε διαμέρισμα του Μαρακές, ένα σουπλά της Heineken και τρεις άγνωστοι που έπιναν τσάι. Πώς η προσπάθεια να γλιτώσουμε 100 ευρώ μας κόστισε 50 παραπάνω - και μας έδωσε το σωστότερο αυτοκίνητο του ταξιδιού.

Η απόφαση πάρθηκε σε δύο λεπτά, όπως όλες οι κακές αποφάσεις. Τα γραφεία στο αεροδρόμιο του Μαρακές έδιναν 350 ευρώ. Ένας τοπικός έμπορος που βρήκαμε online έδινε 250.
Εκατό ευρώ είναι εκατό ευρώ. Και είμαστε και μεγάλα παιδιά - δεν θα την πατήσουμε.
Κρατήστε αυτή την πρόταση. Θα μας χρειαστεί.
Πρώτος όροφος, σιδερένια πόρτα
Τον έλεγαν Youssef. Ζγουρό σκούρο μαλλί, χαμόγελο έτοιμο, και μια ματιά τόσο ειλικρινής που την πίστεψες πριν καλά καλά μιλήσει.
Ή έτσι νομίζαμε.
Το «γραφείο» ήταν διαμέρισμα σε μία από εκείνες τις πολυκατοικίες της μεσαίας τάξης του Μαρακές - μπεζ, τετράγωνη, με καλώδια να τρέχουν στην πρόσοψη και μια αυλή που κάποτε ήταν σχέδιο αρχιτέκτονα. Ανεβήκαμε πίσω από τον Youssef. Στάθηκε μπροστά σε μια σιδερένια καγκελόπορτα, την ξεκλείδωσε, από πίσω αποκαλύφθηκε δεύτερη πόρτα ασφαλείας, την ξεκλείδωσε κι αυτή, και μπήκαμε.
Το εσωτερικό ήταν μάθημα στο πώς φτιάχνεται ένα γραφείο από πράγματα που απλώς έτυχαν. Στο τραπέζι, ένα σουπλά με διαφήμιση της Heineken. Στον τοίχο, δύο αφίσες της Royal Air Maroc για τα επερχόμενα Boeing 737-400 της - διαφημίσεις που ανακοίνωναν το μέλλον κάπου στα τέλη των 90s και είχαν μείνει εκεί να ξεθωριάζουν στο σημείο ακριβώς που τις έβρισκε ο ήλιος. Το μέλλον είχε έρθει, είχε πετάξει τη ζωή του, είχε βγει και στη σύνταξη. Η αφίσα δεν το είχε πάρει χαμπάρι.
Και τρεις άντρες καθισμένοι, να ρουφάνε αργά ένα τσάι τόσο γλυκό που το άκουγες, χωρίς να μας κοιτάξουν και χωρίς να μας εξηγήσει ποτέ κανείς γιατί ήταν εκεί. Δεν δούλευαν. Δεν περίμεναν. Ήταν μέρος του δωματίου, όπως τα 737.
Καθίσαμε. Και τότε ήρθε η ατάκα.
Το upgrade
Το φθηνό αυτοκίνητο, μας εξήγησε ο Youssef, δυστυχώς δεν ήταν διαθέσιμο. Αλλά μη στεναχωριόμαστε: θα μας έκανε upgrade σε μεγαλύτερο. Το μεγαλύτερο, εννοείται, δεν ήταν έτοιμο ακόμα.
Τετρακόσια ευρώ.
Πενήντα παραπάνω από την ακριβότερη τιμή που είχαμε δει στο αεροδρόμιο, το οποίο απείχε σαράντα λεπτά και μια απόφαση που δεν είχαμε πάρει.
Το πιο εντυπωσιακό δεν ήταν η κομπίνα. Ήταν η ηρεμία με την οποία εκτελέστηκε. Καμία ένταση, κανένα σφίξιμο στη φωνή, μηδέν ανάγκη να μας πείσει. Ο άνθρωπος ήξερε ότι είχαμε ήδη ανέβει τα σκαλιά και είχαμε ήδη περάσει δύο πόρτες. Ξέρεις πότε έχει τελειώσει μια διαπραγμάτευση; Όταν ο ένας από τους δύο ξέρει ότι ο άλλος δεν θα κατέβει ξανά τα σκαλιά.
Πληρώσαμε. Μας είπε να πάμε για καφέ και θα μας πάρει τηλέφωνο.
Το καφενείο που κοιτούσε έξω
Η επόμενη στάση ήταν ένα συνοικιακό καφέ σε μια από τις περιοχές του Μαρακές όπου τουρίστας δεν πατάει, γιατί δεν υπάρχει λόγος να πατήσει. Δύο εικοσιπεντάχρονοι Έλληνες που δεν θα περνούσαν για ντόπιοι ούτε από μακριά, ούτε από πίσω, ούτε με πολύ καλή θέληση.

Το μαγαζί ήταν στημένο όπως όλα τα μαγαζιά εκεί: όλες οι καρέκλες γυρισμένες προς τα έξω, σε σειρές, σαν πλατεία θεάτρου. Κανείς δεν κοιτούσε τον διπλανό του. Όλοι κοιτούσαν τον δρόμο.
Και μετά μπήκαμε εμείς. Από τις ελάχιστες φορές στη ζωή μας που νιώσαμε μοντέλα της Victoria's Secret - κάθε βλέμμα καρφωμένο πάνω μας, και μηδέν ιδέα από μέρους μας για το πώς διαχειρίζεται αυτό διπλωματικά. Προχωρήσαμε αποφασιστικά μέσα, δείξαμε δύο φλιτζάνια, μας έδειξαν έναν αριθμό, η συναλλαγή ολοκληρώθηκε χωρίς να ανταλλαγεί λέξη.
Πήραμε τις θέσεις μας. Ο ένας δίπλα στον άλλον, στραμμένοι προς τα έξω, όπως όλοι. Και αρχίσαμε να κοιτάμε αυτό που κοιτούσαν όλοι.
Μέσα σε δέκα λεπτά είχαμε πάψει να είμαστε το θέαμα. Γίναμε κι εμείς κοινό. Και μέχρι σήμερα, χρόνια μετά, δεν έχουμε καταλάβει τι ακριβώς βλέπαμε.
Στο μεταξύ, πίνοντας, βγάλαμε το συμπέρασμα της ημέρας: το ψεύτικο γραφείο ενοικιάσεων ήταν εξαιρετική δουλειά. Η πολυκατοικία, οι δύο πόρτες, το σουπλά, τα 737, οι τρεις άντρες με το τσάι - όλο το σκηνικό στημένο για να μας πάρουν τα λεφτά. Του βγάλαμε το καπέλο. Ειλικρινά. Καθισμένοι εκεί, με τον καφέ στο χέρι, θαυμάζαμε επαγγελματικά τον άνθρωπο που μας είχε μόλις κοροϊδέψει.
Τρεις άντρες κι ένα λάστιχο νερού
Το τηλέφωνο χτύπησε δύο ώρες μετά. Ανέλπιστα, αν είμαι ειλικρινής.
Πλησιάζοντας ξανά την πολυκατοικία, είδαμε τρεις άντρες σκυμμένους γύρω από ένα λευκό Dacia Dokker, να το πλένουν με λάστιχο και σφουγγάρια. Κοιταχτήκαμε. Μάλλον το δικό μας δεν είχε έρθει ακόμα.

Δέκα λεπτά αργότερα, βάζαμε μπρος αυτό ακριβώς το Dokker, με πλώρη για το Ταγκαζούτ.
Το «μεγάλο αυτοκίνητο» ήταν, τεχνικά, αληθινό. Ένα ταπεινό βανάκι με συρόμενες πόρτες, φτιαγμένο - και αυτό είναι το ωραίο - λίγες εκατοντάδες χιλιόμετρα πιο βόρεια, στο εργοστάσιο της Renault στην Ταγγέρη. Τετρακόσια ευρώ για να νοικιάσουμε ντόπιο.
Μεντίνα: Mario Kart, χωρίς κουμπί restart
Πριν προλάβουμε να βγούμε από την πόλη, φάγαμε το καλύτερο μάθημα οδήγησης της ζωής μας.

Η μεντίνα του Μαρακές δεν έχει λωρίδες. Έχει ρεύμα. Μηχανάκια σε σμήνος, από τέσσερις πλευρές ταυτόχρονα, να περνάνε σε αποστάσεις που στην Ελλάδα θα ήταν καταγγελία στην ασφαλιστική. Καρότσια, μηχανάκια με τρία άτομα, μηχανάκια που κουβαλάνε μια πόρτα δεμένη στο πλάι, πεζοί που διασχίζουν χωρίς να γυρίσουν το κεφάλι επειδή ξέρουν - σωστά - ότι θα τους αποφύγεις.
Ο Δημήτρης κι εγώ αμίλητοι. Ούτε μουσική, ούτε κουβέντα, ούτε πλάκα. Μόνο δύο ζευγάρια μάτια που προσπαθούσαν να διαβάσουν ένα σύστημα με κανόνες που δεν είχαμε.
Το πιο κοντινό που έχω να το περιγράψω είναι Mario Kart. Με τη διαφορά ότι εδώ δεν υπάρχει κουμπί restart, και το κάθε λάθος έχει επάνω του λαμαρίνα και ανθρώπους.
Βγήκαμε στον A7 με τα χέρια να μυρίζουν τιμόνι.
Η πόρτα
Τετρακόσια χιλιόμετρα αυτοκινητόδρομου, ο Άτλαντας στα αριστερά, η πεδιάδα να στεγνώνει γύρω μας.

Κάπου εκεί, με τα παράθυρα πια κλειστά και το κλιματιστικό στους 18, ένα ζεστό αεράκι μας θύμισε κάτι που είχαμε ήδη υποψιαστεί: η συρόμενη πόρτα του Dokker ήταν στραβωμένη και δεν έκλεινε τελείως.
Την κοιτάξαμε. Κοιταχτήκαμε.
Τι θα μπορούσε να πάει στραβά, σκεφτήκαμε. Λίγη σκόνη θα μπει.
Συνεχίσαμε.

Ταγκαζούτ
Φτάσαμε αργά το απόγευμα, και το τελευταίο κομμάτι της διαδρομής ήταν το πιο περίεργο.

Το κατάλυμα ήταν κάπου ψηλά στην πλαγιά, και ο δρόμος για εκεί δεν ήταν δρόμος. Ήταν αυλές. Περνούσες ανάμεσα σε απλωμένα ρούχα, δίπλα από τραπέζια όπου κάποιοι έτρωγαν, ξυστά από πόρτες ανοιχτές. Σε ένα σημείο, αν άπλωνες το χέρι από το παράθυρο, ακουμπούσες τον τοίχο ενός σαλονιού. Κανείς δεν σήκωσε το κεφάλι. Προφανώς περνάνε αυτοκίνητα από μέσα κάθε μέρα, και προφανώς αυτό είναι το φυσιολογικό εδώ και ο παράξενος είσαι εσύ.

Σβήσαμε τη μηχανή. Και τότε είδαμε τι είχε κάνει η ανοιχτή πόρτα σε πεντακόσια χιλιόμετρα.
Το εσωτερικό ήταν πίτα. Σκόνη στο ταμπλό, σκόνη στα καθίσματα, σκόνη σε στρώση πάνω στις σανίδες, σκόνη σε μέρη που δεν εξηγείται πώς έφτασε. Είχαμε ταξιδέψει τετρακόσια χιλιόμετρα με το κλιματιστικό στους 18 και ένα άνοιγμα δέκα πόντων να ρουφάει τον Άτλαντα μέσα.

Λίγη σκόνη.
Το Ταγκαζούτ είναι ένα ψαροχώρι στην ατλαντική ακτή, λίγο βόρεια από το Αγκαντίρ, που τα τελευταία χρόνια έχει γίνει ένα από τα μεγάλα προσκυνήματα του ευρωπαϊκού surf. Άσπρα και γαλάζια σπίτια σκαρφαλωμένα σε μια πλαγιά, ένας δρόμος που κατεβαίνει στην παραλία, και ο Ατλαντικός να στέλνει σετ που δεν σταματάνε ποτέ.

Και μέσα σε αυτό, δύο χωριά που μοιράζονται την ίδια διεύθυνση.
Πάνω, τα surf camps και τα hostel: εικοσάρηδες και τριανταρηδες από Γερμανία, Αγγλία, Γαλλία, Σκανδιναβία, με βρεγμένες στολές κρεμασμένες στα κάγκελα, smoothie bowls, γιόγκα στις ταράτσες, λάπτοπ ανοιχτά σε καφέ με ονόματα στα αγγλικά.
Κάτω, το χωριό: τα καφενεία με τις καρέκλες γυρισμένες προς τον δρόμο - ίδια λογική με το Μαρακές - οι βάρκες τραβηγμένες στην άμμο, τα μαγαζιά με τα ανταλλακτικά, οι άνθρωποι που δουλεύουν στα camps και μετά γυρίζουν σπίτι δύο στενά πιο πέρα.

Οι δύο κόσμοι σταυρώνονται συνέχεια και μιλάνε σπάνια. Οι σέρφερ πληρώνουν για μαθήματα, οι ντόπιοι τα δίνουν. Οι σέρφερ φωτογραφίζουν το ηλιοβασίλεμα, οι ντόπιοι το έχουν δει. Δεν υπάρχει ένταση - υπάρχει απλώς ένα τζάμι ανάμεσα, και όλοι έχουν συμφωνήσει σιωπηρά να μην το σπάσουν.
Τις επόμενες μέρες, το Dokker αποδείχτηκε σωστός γάιδαρος. Κουβαλούσε τις σανίδες, τις ελπίδες μας, και ό,τι είχε απομείνει από τον εγωισμό μας μετά από κάθε session.

Και κάτι ακόμα, που το προσέξαμε αργά. Όπου κι αν το παρκάραμε, κάποιος καθόταν πάνω του. Στο πλαϊνό, στο πίσω, στον προφυλακτήρα - μεγάλοι που περίμεναν κάποιον, παιδιά που ακουμπούσαν για δύο λεπτά, ένας τύπος που έβγαλε ολόκληρο τσιγάρο καθισμένος στο φτερό μας.

Την πρώτη φορά μας ξένισε. Μετά καταλάβαμε: το Dokker δεν ήταν ξένο αυτοκίνητο. Ήταν άλλο ένα λευκό βανάκι σε ένα χωριό γεμάτο λευκά βανάκια. Δεν άξιζε δεύτερο βλέμμα, και ακριβώς γι' αυτό άξιζε να κάτσεις πάνω του.
Πέντε ευρώ
Ένα απόγευμα, γυρίζοντας από ένα ιδιαίτερα μέτριο session - μετριότητα που, να το πούμε καθαρά, δεν είχε καμία σχέση με τα κύματα και κάθε σχέση με εμάς - περάσαμε μέσα από μια αλάνα.
Δεκαπέντε πιτσιρίκια, καμιά δεκαριά χρονών, έπαιζαν με μια μπάλα που είχε δει πολύ περισσότερη ζωή από όση έδειχνε να αντέχει. Ξεφτισμένη, ξεφουσκωμένη στα μισά, μπαλωμένη με τον τρόπο που μπαλώνονται τα πράγματα όταν δεν υπάρχει δεύτερο.
Η μπάλα ήρθε προς το αυτοκίνητο. Και το αυτοκίνητο, με τη σειρά του, την πάτησε.
Ο ήχος ήταν μικρός. Η σιωπή μετά, όχι.
Δεκαπέντε παιδιά. Τριάντα μάτια. Και το βλέμμα που δεν σε κατηγορεί καν - απλώς σε κοιτάει, γιατί μόλις τελείωσε το απόγευμα, και το αυριανό, και όποιο άλλο ερχόταν μετά. Μεγαλύτερη ενοχή για πράγμα μικρότερο δεν έχω νιώσει.
Βγάλαμε πέντε ευρώ και τους τα δώσαμε.
Το Dokker περικυκλώθηκε αμέσως από δεκάχρονα που το χτυπούσαν στα πλαϊνά και μας επευφημούσαν σαν να είχαμε κάνει κάτι σπουδαίο. Και μας πήρε λίγη ώρα να καταλάβουμε γιατί η χαρά ήταν τόσο δυσανάλογη με το κακό που είχαμε κάνει.
Δεν τους είχαμε δώσει μια μπάλα. Τους είχαμε δώσει πέντε.
Με το ποσό που αφήνεις στο τραπέζι για έναν καφέ και δεν το ξανασκέφτεσαι, μια αλάνα στο Ταγκαζούτ έλυνε το πρόβλημά της για την υπόλοιπη χρονιά. Δεν είναι ωραία διαπίστωση αυτή. Είναι απλώς η αλήθεια για το πού στεκόμασταν και πού στέκονταν εκείνα, και για το ότι η ίδια ακριβώς πράξη μπορεί να είναι ασήμαντη από τη μία μεριά της αλάνας και ολόκληρη μέρα γιορτή από την άλλη.
Πήραμε ένα χειροκρότημα για ζημιά που είχαμε προκαλέσει μόνοι μας. Και, ντροπή μου, το απόλαυσα.
Επιστροφή
Τρεις μέρες αργότερα, το Dokker μάς επέστρεψε στο Μαρακές. Η στραβή πόρτα δεν έκλεισε ποτέ. Το κλιματιστικό πάλευε με έναν αέρα που έμπαινε ούτως ή άλλως. Τα λάστιχα ήταν ό,τι είχε απομείνει από λάστιχα.
Το είχαμε σκεφτεί, όταν κάναμε την κράτηση, να πάρουμε κάτι σοβαρό. Ένα X1, κάτι τέτοιο.
Σε ενοικιαζόμενο X1 δεν κάθεται κανείς.

Τετρακόσια αντί για διακόσια πενήντα, λοιπόν. Ακριβότερο απ' όσο περιμέναμε, χειρότερο απ' όσο θα μπορούσε να είναι, και τη δουλειά του την έκανε χωρίς παράπονο, σε μια χώρα όπου γεννήθηκε.
Καμιά φορά το φθηνό είναι και ακριβό. Και καμιά φορά αξίζει.
Αν θέλεις να γράψεις και εσύ τη δική σου ιστορία - κάνε την submit εδώ
