Τι χρειάζεσαι για ένα track day;
Mugello, ένα 718 με φρέσκα Trofeo R, κι ένας φίλος που είπε «πάμε» μετά από δύο δευτερόλεπτα σιωπής Τι χρειάζεται τελικά για ένα track day στην Ιταλία; Κράνος; 300 άλογα; Roll cage; Semi slick λάστιχα; Σύστημα πυρόσβεσης; Τίποτα από όλα αυτά. Καλή παρέα κι ένα εσπρέσο.
Η ιδέα
Αρχές Νοέμβρη. Μόλις έχω βάλει μια τετράδα Pirelli Trofeo R στο 718, και καίγομαι να τα δοκιμάσω. Έχω ρεπό από τις πτήσεις εκείνο το Σαββατοκύριακο, και το Google search μου έχει πάρει φωτιά με αναζητήσεις για track days. Βρίσκω ένα στο Mugello. Στην αρχή μού φαίνεται τρελό — είναι πίστα κοντά στη Φλωρεντία, και σε τριήμερο δεν βγαίνει εύκολα. Σκέφτομαι να περιοριστώ στις βροχερές Σέρρες. Κάτι όμως με τρώει. Ψάχνω ακτοπλοϊκά, και βλέπω πως λόγω μήνα οι τιμές είναι λογικές. Τηλεφωνώ τον Γιώργο. Σοβαρός petrolhead κι αυτός, bmwαδάκιας, κάτοχος M2. Τον γνώρισα χρόνια πριν, στα Mini Cooper, στα δεκαοκτώ μας, μέσα στο drive park του Ρύσιου, όπου παιδευόμασταν με τα «καρτ» μας να γράψουμε ίδιους χρόνους. Του λέω το σχέδιο: φεύγουμε Πέμπτη βράδυ από Ηγουμενίτσα, ξημερώνουμε Μπάρι Παρασκευή πρωί, οδηγάμε μέχρι Φλωρεντία με μια στάση στη Νάπολη, ύπνος στη Φλωρεντία. Σάββατο ξύπνημα, track day στο Mugello, το απόγευμα Ρώμη. Κυριακή πρωί, Ρώμη–Μπάρι, καράβι για Ελλάδα. — Είσαι τρελός. Κανονικός τρελός, μου λέει. Σιωπή για λίγα δευτερόλεπτα. — Πάμε, λέει. Κλείσ' τα κι έλα Πέμπτη να με πάρεις. Τι άλλο να ζητήσεις από έναν petrolhead partner in crime;

Ηγουμενίτσα, Πέμπτη βράδυ
Πέμπτη προσγειώνομαι από πτήση στις 16:30. Το καράβι για Μπάρι φεύγει στις 23:00 από Ηγουμενίτσα. Γεμίζω το αμάξι, αλλάζω, παίρνω το κράνος, και βρίσκομαι στο μαγαζί του Γιώργου. Καταλήγουμε να κοιτάμε το αμάξι μέσα στο αμπάρι του πλοίου και να λέμε ο ένας στον άλλον: «φίλε, τι κάνουμε;»
Μπάρι, Παρασκευή πρωί
Ευτυχώς είχαμε καμπίνα. Στις 09:00 φτάνουμε Μπάρι. — Φίλε, θέλω καφέ, του λέω. Έχουμε δρόμο μπροστά μας. Πουθενά, όμως, στην Ιταλία φρέντο εσπρέσο — τον αγαπημένο μου. Κρατήστε το αυτό.

Νάπολη
Μερικές ώρες μετά φτάνουμε Νάπολη. Ο Γιώργος είχε ξαναπάει, εγώ όχι. Καθώς μπαίνουμε στην πόλη, τον ρωτάω: — Να το ανοίξω; — εννοώντας την κουκούλα. — Τρελάθηκες; μου απαντά. Στη χειρότερη θα μας σηκώσουν μαζί με το αμάξι. Στην καλύτερη θα μας πετάξουν έξω. Όσοι έχετε πάει Νάπολη, μάλλον καταλαβαίνετε τι εννοούσε. Είχε κολλήσει να πάμε σε μια συγκεκριμένη πιτσαρία, και το Google Maps μάς έβγαζε από δρόμους κλειστούς λόγω έργων. Έτσι βρεθήκαμε χαμένοι σε στενά σοκάκια και πεζόδρομους — ευτυχώς με κλειστή κουκούλα. Ένα ακόμα θετικό: δεν ξέραμε ιταλικά, οπότε δεν καταλαβαίναμε ούτε τις βρισιές των περαστικών. Τελικά, στάση σε μια πιτσαρία τυχαία. Απολαύσαμε τη ναπολιτάνικη ζύμη, χαζεύοντας παράλληλα το αμάξι. Δεν είχαμε καμία απολύτως κράτηση σε ξενοδοχείο, για καμία μέρα του ταξιδιού. — Πάμε, οδήγα, μου λέει ο Γιώργος. Εγώ θα ψάξω πού θα μείνουμε το βράδυ.
Φλωρεντία
Αργά το απόγευμα φτάνουμε στην απίστευτη Φλωρεντία. Για όσους δεν έχουν πάει — πρέπει να μπει στο bucket list. Για μένα, η ομορφότερη πόλη της Ιταλίας. Ανεβαίνουμε με το Porsche στην Piazza Michelangelo, που έχει θέα σε όλη την πόλη. Εκεί αράξαμε, κοιτώντας — αντί για την πόλη — το αμάξι. — Πώς σου φάνηκε; τον ρωτάω. — Θα το δούμε αύριο στην πίστα. Είμαι περίεργος, λέει. Παρά την κούραση, το βράδυ βλέπω βιντεάκια από onboard κάμερες, προσπαθώντας να μάθω όσο γίνεται την πίστα. Το πρωί ξυπνάω πριν χτυπήσει το ξυπνητήρι.
Mugello

Εννιά παρά, στην πίστα. Ήδη από το βενζινάδικο έξω από το Mugello αρχίζουμε να βλέπουμε τις συμμετοχές. Η πίστα χρησιμοποιείται και επίσημα από το MotoGP — τα paddock, το pit lane, όλα τα κτήρια είναι σε επίπεδο που αντικρίζω πρώτη φορά. Το 718, από τις πρώτες κιόλας γύρες, δείχνει τις ικανότητές του. Πώς να μην τις δείξει άλλωστε; Είναι ένα κεντρόμηχανο αυτοκίνητο με χαμηλό κέντρο βάρους, μια εξαιρετική θέση οδήγησης, και μια αίσθηση πως σε κάθε στροφή, όπως και να το βάλεις, θα μπει. Στα φρένα νιώθεις ότι θα ακούσει κατευθείαν το τιμόνι σου και θα αλλάξει κατεύθυνση. Όχι — είναι ακόμα πιο άμεσο κι από αυτό. Είναι σαν να τοποθετείται μόνο του για την επόμενη στροφή. Και εκεί αναρωτιέσαι πώς ξέρει πού να πάει. Νιώθεις, ειλικρινά, άχρηστος — το ζύγισμά του τα κάνει όλα. Εκείνη τη μέρα στο Mugello γράφουμε 25 γύρους, ανάμεσα σε GT4, GT3, GT3 RS, McLaren, και κλασικούς Ιταλούς — πολλά Ferrari.

Το highlight, όμως, δεν ήταν ούτε το αμάξι, ούτε η πίστα, ούτε τα Trofeo R. Σας υπογράφω προσωπικά πως ακόμα κι αν πάτε με το πιο απλό hot hatch, θα περάσετε το ίδιο καλά με αυτόν που οδηγούσε το GT3 RS. Γιατί το highlight της μέρας ήταν ο κόσμος. Από τον πιτσιρικά με την κοπέλα του, σε ένα 500άρι Abarth, μέχρι τον εξηντάρη κύριο με τη Ferrari 308 GTB. Παρέες με Mini Cooper, με 4C, με GT4, με GT3. Και όλοι αυτοί, μία παρέα. Όλοι μιλάνε με όλους, όλοι συζητάνε με ένα εσπρεσάκι στο χέρι, και όλα τα αυτοκίνητα είναι καλά για όλους. Δεν υπάρχουν χρονόμετρα, μάρκες, ανόητες πεποιθήσεις πως μία μάρκα είναι καλύτερη από την άλλη. Σε μια φάση έρχεται ένα μαύρο 718 Spyder RS — πλατφόρμα GT4 RS, αλλά καμπριό. Για μένα, ένα ονειρικό αυτοκίνητο. Δύο φίλοι γύρω στα πενήντα το οδηγούν. Μένω παγωμένος να το κοιτάω. Κάποια στιγμή έρχονται και πιάνουν κουβέντα. — Good morning! Nice car, μου λένε. Κοιτάω πίσω μου, μήπως μιλάνε σε κάποιον άλλον. Όχι. Σε μένα το λένε. — Buongiorno, απαντάω. Και τους εξηγώ πως δεν περίμενα κάποιος με τέτοιο αυτοκίνητο να έρθει να σχολιάσει το δικό μου. Χωρίς να το καταλάβω, ξεκινάμε μια συζήτηση για το από πού ήρθαμε και για το ταξίδι μας. Μου λένε πως μόλις είχαν παραλάβει το αυτοκίνητο, και ήταν το πρώτο τους track day. Μέσα σε αυτή την κουβέντα, μαζεύεται κι άλλος κόσμος, όλοι με τα εσπρεσάκια στα χέρια — κι εγώ ακόμα να ψάχνω τον δικό μου αγαπημένο φρέντο εσπρέσο. Θα μείνω σε μία φράση και μερικές εικόνες. Ένας κύριος με ένα 4C μού είπε πως αυτό είναι το hobby τους — όπως άλλοι πάνε τένις ή πάντελ, αυτοί βρίσκονται σε open track days. Υπήρχαν άνθρωποι που απλά ήρθαν, μπήκαν σε ένα από τα έξι δεκαπεντάλεπτα session της μέρας, και έφυγαν κατευθείαν. Σαν συνήθεια. Σαν ευλαβικό ritual. Αυτό είναι το μηχανοκίνητο σπορ στην Ιταλία. Κι εμείς, δυστυχώς, είμαστε πολύ πίσω σε αυτό. Ο μέσος Ιταλός έχει πίστα σε ακτίνα δύο ωρών.

Futa Pass, προς Ρώμη
Η ώρα περνάει, κι ένα ολόκληρο ντεπόζιτο καίγεται μέσα στις στροφές και τα ανεβοκατεβάσματα του Mugello. Ξεκινάμε τον δρόμο για Ρώμη. Περνάμε από το Futa Pass — ένα από τα περάσματα της Mille Miglia, και το μεγαλύτερο νεκροταφείο Γερμανών στρατιωτών του Β' Παγκοσμίου Πολέμου στην Ιταλία.
Ρώμη
Ήταν δύση ηλίου όταν μπήκαμε στη Ρώμη, όπου λίγο πριν είχαμε κλείσει το ξενοδοχείο. Είχε τον κατάλληλο καιρό για καμπριό. Δεν χάσαμε την ευκαιρία. Κάπου εκεί ήρθε η συνειδητοποίηση για το τι είναι τελικά αυτό το αυτοκίνητο. Ο Γιώργος μίλησε, και συμφώνησε. Το 718 μάς είχε ταξιδέψει άνετα από την Ελλάδα, πάνω από 1.500 χιλιόμετρα σε δύο μέρες, είχε κάνει ένα track day, και το ίδιο απόγευμα μάς πήγε βόλτα καμπριό στα στενά της Ρώμης — και παρότι όχι ιταλικό, τραβούσε κάθε βλέμμα των Ιταλών. Το πάρκαρα στο πάρκινγκ του ξενοδοχείου. Είμαι σίγουρος πως το έχετε νιώσει κι εσείς: ένιωσα την ανάγκη να του μιλήσω, να πω ένα ευχαριστώ για όλη αυτή την παρέα, με αντάλλαγμα λίγα λίτρα βενζίνης. Το άφησα να ξεκουραστεί, και βγήκαμε με τα πόδια για φαγητό στη Ρώμη.
Ο δρόμος του γυρισμού
Το επόμενο πρωί ξυπνήσαμε νωρίς, για να προλάβουμε το καράβι στις 14:00 από το Μπάρι. Συζητήσεις στον δρόμο — για τα αυτοκίνητα, και για το πόσο ρομαντική μπορεί να είναι η αγάπη ενός άντρα για τα απλά πράγματα: έναν φίλο, κι ένα αυτοκίνητο. Εγώ, απεγνωσμένος από το πρωινό ξύπνημα, κατέληξα πως το μόνο που με δυσκόλεψε σε αυτό το ταξίδι ήταν η έλλειψη φρέντο εσπρέσο. Ούτε το αμάξι, ούτε τα χιλιόμετρα, ούτε τίποτα άλλο. Και χωρίς αυτά — τα χιλιόμετρα, τις γύρες, την κούραση — δεν θα είχα αποκτήσει τις εμπειρίες, τις εικόνες, και πάνω απ' όλα τους ανθρώπους που γνωρίσαμε.
Νικήσαμε
Υπάρχει ένα είδος αγάπης που δεν χωράει σε στιγμιότυπο. Δεν είναι το χρονόμετρο στο τέλος του γύρου, ούτε ο αριθμός στην ταμπέλα του κινητήρα. Είναι ένας φίλος δίπλα σου στο τιμόνι στις τρεις τα ξημερώματα, ένα αυτοκίνητο που σε ακούει πριν προλάβεις να του μιλήσεις, κι ένας άγνωστος που σου λέει «good morning, nice car» σαν να σε ήξερε χρόνια. Το Mugello θα το θυμάμαι για τις στροφές του, τη Φλωρεντία για το φως της, τη Ρώμη για το βράδυ που περπατήσαμε χορτάτοι κι ευτυχισμένοι. Αλλά αυτό που θα κουβαλάω περισσότερο είναι η σιωπή του Γιώργου στο τηλέφωνο, πριν πει «πάμε». Γιατί τελικά, τα ταξίδια σαν κι αυτό δεν τα θυμάσαι από τα χιλιόμετρα που έκανες, μα από το ποιος καθόταν δίπλα σου όσο τα έκανες. Κάπου ανάμεσα στην Ηγουμενίτσα και τη Ρώμη, κατάλαβα πως το 718 δεν ήταν απλώς ένα αυτοκίνητο που κουβαλούσε δύο φίλους. Ήταν η αφορμή. Το πραγματικό ταξίδι το κάναμε εμείς — κι αυτό, καμία πίστα του κόσμου δεν μπορεί να το χρονομετρήσει. Καλά ταξίδια. Κι αν βρείτε φρέντο εσπρέσο στην Ιταλία, πείτε μου πού.
Sign in to react
Comments
Sign in to comment
- No comments yet. Share your thoughts.
If you'd like to write your own story - submit it here
