Το Nürburgring είναι πιο κοντά απ' όσο πιστεύεις - Ένα roadtrip από την Ελλάδα στην πράσινη κόλαση.
Κόστος, διαδρομή, χρήσιμες συμβουλές, όλα όσα θα ήθελα να ξέρω πριν ξεκινήσω και τις ιστορίες που κανένα onboard video δεν μπορεί να σου δείξει. Το Nürburgring είναι πιο κοντά απ' όσο πιστεύεις.

Το λέω με σιγουριά, γιατί μέχρι πριν βρεθώ εκεί πίστευα ακριβώς το ίδιο που ίσως πιστεύεις κι εσύ τώρα. Ότι είναι ταξίδι για άλλους — για ανθρώπους με απεριόριστο budget, αγωνιστικά αυτοκίνητα ή άπειρο χρόνο. Τελικά, απέχει μόνο μία απόφαση. Δεν θα σου πω απλώς πώς πήγαμε. Θα σου πω πόσο κοστίζει, τι θα έκανα διαφορετικά, τι θα ήθελα να ξέρω πριν ξεκινήσω και, κυρίως, όλα όσα δεν θα δεις ποτέ σε ένα onboard video. Γιατί το Nürburgring δεν είναι μόνο οι 73 στροφές του. Είναι οι άνθρωποι, οι διαδρομές, οι φιλίες και οι ιστορίες που γεννιούνται γύρω από αυτές.
Πριν φύγεις
Το πρώτο δίλημμα είναι απλό: οδηγείς μέχρι τη Γερμανία ή στέλνεις το αυτοκίνητο με νταλίκα; Αν οδηγήσεις, ζεις μεγαλύτερο roadtrip, αλλά προσθέτεις περίπου 2.000 χιλιόμετρα πριν καν μπεις στην πίστα. Αν μεταφέρεις, γλιτώνεις χρόνο και φθορά, πληρώνεις όμως παραπάνω. Εμείς διαλέξαμε το ενδιάμεσο: στείλαμε τα αυτοκίνητα με νταλίκα μέχρι τη Φρανκφούρτη και αποφασίσαμε να επιστρέψουμε οδικώς, μετατρέποντας τον γυρισμό σε ένα μεγάλο ευρωπαϊκό roadtrip. Και η πρώτη συμβουλή που θα ήθελα να μου είχε δώσει κάποιος: οι νταλίκες που ανεβαίνουν από Ελλάδα προς Γερμανία ταξιδεύουν συνήθως με κενές θέσεις, οπότε η μεταφορά προς τα πάνω είναι φθηνότερη από την επιστροφή. Εμείς πληρώσαμε περίπου 900 ευρώ ανά αυτοκίνητο, Αθήνα-Φρανκφούρτη. Τα αυτοκίνητα μας περίμεναν σε μια μάντρα δίπλα στο αεροδρόμιο. Κλείσαμε μόνο μία διανυκτέρευση κοντά στη Φρανκφούρτη, τίποτα άλλο. Το μόνο σταθερό στο πρόγραμμα ήταν το εισιτήριο του πλοίου από την Ανκόνα — όλα τα υπόλοιπα θα τα αποφάσιζε ο δρόμος. Ίσως εκεί να κρύβεται το μεγαλύτερο μυστικό ενός καλού roadtrip.
Η πρώτη μέρα στην Πράσινη Κόλαση
Εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκε κανείς μας. Πόσες ώρες έχουμε όλοι χαζέψει onboard videos από το Ring; Πόσα crash compilations; Πόσες φορές έχουμε συζητήσει για χρόνους GT3 RS, GT4 ή M2; Και ξαφνικά, το μέρος που μέχρι χθες υπήρχε μόνο μέσα σε μια οθόνη, βρισκόταν λίγες ώρες μακριά. Αν είναι η πρώτη σου φορά, βάλε στο GPS το Devil's Diner. Εκεί ξεκινούν σχεδόν όλα: parking, εισιτήρια, καφές, pancakes, το διάσημο roundabout και, κυρίως, η πρώτη επαφή με την ατμόσφαιρα του Nürburgring. Δεν χρειάζεται να έχεις μπει ακόμα στην πίστα για να καταλάβεις ότι βρίσκεσαι κάπου διαφορετικό.


Touristenfahrten: όλα όσα χρειάζεται να ξέρεις
Το Nürburgring είναι ίσως η μοναδική πίστα στον κόσμο που μπορεί να γίνει πραγματικότητα για σχεδόν οποιονδήποτε. Στις ημέρες Touristenfahrten, μπαίνεις με το δικό σου αυτοκίνητο αγοράζοντας μια prepaid κάρτα, την οποία φορτίζεις με όσους γύρους θέλεις. Κάθε πέρασμα από την είσοδο αφαιρεί αυτόματα το αντίστοιχο ποσό — περίπου 30 ευρώ τις καθημερινές, 35 τα Σαββατοκύριακα. Στο τέλος του γύρου δεν επιστρέφεις στο σημείο εκκίνησης· η πίστα σε οδηγεί είτε προς την έξοδο είτε σε έναν ακόμη γύρο, περνώντας ξανά από την είσοδο. Αν έχεις ασχοληθεί έστω και λίγο με lap videos, μάλλον έχεις ακούσει τον όρο BTG (Bridge to Gantry). Εκεί καταλαβαίνεις επιτέλους τι σημαίνει στην πράξη. Είναι απλό. Και μέσα σε λίγα λεπτά νιώθεις σαν να το κάνεις χρόνια.

Το parking που αξίζει όσο και η πίστα
Πριν καν γυρίσει ρόδα μέσα στο Ring, υπάρχει κάτι που δύσκολα περιγράφεται: το parking. Εκεί δεν υπάρχουν κατηγορίες. Ανάμεσα στις εξατμίσεις που κρυώνουν, τη μυρωδιά από τα ζεστά φρένα και τον ήχο των flat-six, συνειδητοποιείς ότι το Nürburgring δεν είναι απλώς μια πίστα. Είναι σημείο συνάντησης. Δεν έχει σημασία από πού ήρθες, τι οδηγείς ή πόσο γρήγορος είσαι — εκεί όλοι βρίσκονται για τον ίδιο λόγο. Αφήσαμε το Boxster και το M2 δίπλα-δίπλα στο parking του Devil's Diner και αρχίσαμε να χαζεύουμε τα αυτοκίνητα γύρω μας. GT4, GT3, M2, MX-5, i30 N, Escort, Caterham, ακόμα και καθημερινά hatchback που είχαν διανύσει εκατοντάδες χιλιόμετρα μόνο και μόνο για έναν γύρο στην Πράσινη Κόλαση. Κι εκεί κατάλαβα κάτι που κανένα βίντεο στο YouTube δεν μπορεί να σου δείξει: στο Nürburgring κανείς δεν εντυπωσιάζεται εύκολα από το ακριβότερο αυτοκίνητο του parking. Οι περισσότεροι εντυπωσιάζονται από την ιστορία που κρύβεται πίσω του. Οι ελληνικές πινακίδες στα αυτοκίνητά μας τράβηξαν αμέσως τα βλέμματα. Άνθρωποι από διάφορες χώρες σταματούσαν, χαμογελούσαν, και η πρώτη ερώτηση ήταν σχεδόν πάντα η ίδια: «Από την Ελλάδα;» Και λίγα δευτερόλεπτα αργότερα: «Πώς βρεθήκατε μέχρι εδώ;» Κάπως έτσι ξεκινούσε κάθε κουβέντα.

Ένα GT4 και ένα μικρό μάθημα

Σε κάποια στιγμή παρκάρει δίπλα στο Boxster μου ένα κατάμαυρο 718 GT4. Το κοιτάζω και σκέφτομαι πως, αν έπρεπε να διαλέξω ένα αυτοκίνητο για εκείνη την ημέρα, δύσκολα θα έβρισκα κάτι πιο ταιριαστό. Λίγο αργότερα βλέπω δύο φίλους να χαζεύουν το Boxster, να το φωτογραφίζουν, να σχολιάζουν μεταξύ τους. Υπέθεσα πως είχαν έρθει με κάποιο hatchback και απλώς τους άρεσε το χρώμα. Ένας από τους δύο με πλησιάζει. — Nice spec. — Thanks, I appreciate it. Η κουβέντα ξεκίνησε σαν να γνωριζόμασταν χρόνια. Μιλήσαμε για το ταξίδι, για την Ελλάδα, για το Ring. Κάποια στιγμή μου λέει: — Όταν μπεις μέσα, πες μου να μπούμε μαζί. — Εσύ τι οδηγείς; Χωρίς λέξη, μου έδειξε το μαύρο GT4 δίπλα μου. Γέλασα. — Έχεις αυτό το όπλο και κοιτάς το δικό μου; — Every car has its own beauty. Δεν ξέρω αν εκείνη ήταν η πιο όμορφη κουβέντα του ταξιδιού. Ξέρω όμως ότι εκεί κατάλαβα τι σημαίνει πραγματικά να είσαι petrolhead. Δεν έχει σημασία αν οδηγείς GT4, MX-5 ή ένα παλιό Golf. Σημασία έχει ότι έκανες το ταξίδι για να βρεθείς εκεί.
Η πρώτη φορά δεν είναι για χρόνους

Αν υπάρχει μία μόνο συμβουλή που θα έδινα σε όποιον πηγαίνει πρώτη φορά στο Nürburgring, είναι αυτή: μην κυνηγήσεις χρόνο. Άφησε το χρονόμετρο, τον εγωισμό και τις αποδείξεις έξω από την πίστα. Το Nürburgring δεν συγχωρεί μια λάθος απόφαση επειδή ήθελες να κερδίσεις δύο δευτερόλεπτα. Μπήκαμε ο ένας πίσω από τον άλλο, το Boxster μπροστά, το M2 πίσω. Για τον πρώτο μισό γύρο οδηγούσα με την τρίχα σηκωμένη. Όχι από φόβο. Από δέος. Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι οδηγούσα το δικό μου αυτοκίνητο στο μέρος που μέχρι πριν λίγες ώρες υπήρχε μόνο μέσα στην οθόνη μου. Γύρω από την πίστα εκατοντάδες άνθρωποι είχαν στρώσει καρεκλάκια και πικνίκ στους λόφους, χειροκροτώντας ή απλώς χαζεύοντας. Μέσα στην ίδια πίστα συνυπήρχαν GT3 RS, Ferrari F8, Opel Corsa, Ford Transit και οικογενειακά station wagon. Αυτό είναι ίσως το πιο όμορφο στοιχείο του Ring: δεν χρειάζεται το γρηγορότερο αυτοκίνητο. Αρκεί να έχεις το δικό σου.

Είχαμε συμφωνήσει με τον Νίκο να μην κυνηγήσουμε χρόνο· μας περίμεναν ακόμη χιλιάδες χιλιόμετρα και θέλαμε τις καλύτερες αναμνήσεις, όχι τη μεγαλύτερη ιστορία. Ο Νίκος γνώριζε την πίστα σχεδόν απέξω από τον προσομοιωτή· εγώ ελάχιστα. Και όμως τίποτα δεν σε προετοιμάζει πραγματικά — οι τυφλές κορυφές, οι αλλαγές υψομέτρου, οι πιο γρήγοροι οδηγοί στους καθρέφτες σου. Το Nürburgring δεν οδηγείται. Το σέβεσαι. Από τον δεύτερο γύρο ο ρυθμός ανέβηκε φυσικά. Το Boxster σού έδινε αυτοπεποίθηση να πατήσεις λίγο περισσότερο. Το M2, με σχεδόν διπλάσια δύναμη, έμοιαζε περισσότερο με θηρίο που ζητούσε συνεχώς σεβασμό. Γύρος. Parking. Κουβέντες. Νέοι άνθρωποι. Και πάλι από την αρχή.

Οι άνθρωποι.

Κάπου μέσα στη μέρα, μας προσπερνάει ένα BMW 335 E90 με αγγλικές πινακίδες και δεξιοτίμονο. Ανοίγει το παράθυρο. — Γεια σου ρε πατρίδα! Αυτό ήταν. Χωρίς να το καταλάβουμε, κάναμε σχεδόν ολόκληρο τον γύρο μαζί. Βγήκαμε στο parking, γνωριστήκαμε, και αρχίσαμε να λέμε ιστορίες σαν να γνωριζόμασταν χρόνια. Ο Πάρης ήταν Έλληνας που ζούσε μόνιμα στην Αγγλία. Είχε αφήσει το 335 του σε γκαράζ λίγα χιλιόμετρα από το Nürburgring και σχεδόν μία φορά τον μήνα πετούσε μέχρι τη Γερμανία μόνο και μόνο για να κάνει αυτό που αγαπούσε περισσότερο. Είχε γράψει ήδη πάνω από 500 γύρους — αριθμός που δύσκολα χωράει στο μυαλό κάποιου που βρίσκεται εκεί για πρώτη φορά. Αντί να συνεχίσει μόνος του, μας είπε: — Ελάτε, μπείτε μαζί μου. Ακολούθησαν δύο γύροι από τη θέση του συνοδηγού που άξιζαν όσο δέκα μόνοι μας. Όχι γιατί πήγαμε πιο γρήγορα, αλλά γιατί κάποιος που γνώριζε κάθε εκατοστό της πίστας μάς έδειχνε πώς πραγματικά την σέβεσαι.
Αν δεν έχεις αυτοκίνητο, υπάρχει λύση

Πριν φύγεις από το Nürburgring, μια στάση αξίζει πραγματικά: η TrackSpeed. Οι περισσότεροι Έλληνες petrolheads την γνωρίζουν ήδη, όμως δεν είχα καταλάβει πόσο σημαντικό κομμάτι της ελληνικής παρουσίας στο Ring έχει γίνει. Περάσαμε αρκετή ώρα με τον Κώστα, μιλώντας για ιστορίες, λάθη, αυτοκίνητα και ανθρώπους που περνούν καθημερινά από εκεί. Αν κάποιος ταξιδέψει αεροπορικώς, χωρίς δικό του αυτοκίνητο, αυτή είναι η πρώτη πόρτα που πρέπει να χτυπήσει. Εκτός από ενοικιάσεις και coaching μέσα στην πίστα, θα βρει κάτι ακόμη πιο χρήσιμο: ανθρώπους που αγαπούν πραγματικά αυτό που κάνουν. Και αυτό φαίνεται από το πρώτο λεπτό. Η μέρα είχε τελειώσει χωρίς να το καταλάβουμε — οι οκτώ γύροι είχαν περάσει σαν δύο. Λίγο πριν φύγουμε, ο Κώστας μάς είπε κάτι που τότε μου φάνηκε υπερβολικό: «Είμαι σίγουρος ότι θα σας ξαναδώ.» Σήμερα, δεν είμαι καθόλου σίγουρος ότι είχε άδικο. Δεν ξέρω κανέναν που πήγε στο Nürburgring μόνο μία φορά και ένιωσε ότι ολοκλήρωσε το όνειρό του. Συνήθως συμβαίνει το αντίθετο. Το πρώτο ταξίδι είναι απλώς η αρχή.
Το Ring έμεινε πίσω. Το ταξίδι όχι.
Χαιρετήσαμε τους ανθρώπους που γνωρίσαμε, βάλαμε ξανά μπροστά το Boxster και το M2 και πήραμε τον δρόμο προς τον νότο. Κάπου εκεί συνειδητοποίησα κάτι: το Nürburgring δεν ήταν το τέλος του ταξιδιού. Ήταν η αρχή του. Από την πρώτη στιγμή είχαμε αποφασίσει να μην οργανώσουμε τις επόμενες μέρες. Εκτός από το εισιτήριο του πλοίου από την Ανκόνα, δεν υπήρχε κανένα πρόγραμμα. Θέλαμε απλώς να οδηγήσουμε.
Το πρώτο βράδυ μάς βρήκε στο Στρασβούργο — ξενοδοχείο κλεισμένο λίγη ώρα πριν φτάσουμε, με μοναδική απαίτηση ασφαλές parking. Το αστείο είναι πως, όσο όμορφη κι αν ήταν η πόλη, οι περισσότερες κουβέντες εκείνο το βράδυ ήταν ακόμη για το Ring. Για τη Schwedenkreuz. Για τη Fuchsröhre. Για τον τύπο με το GT4. Για τον Πάρη. Κάπως έτσι κατάλαβα ότι οι καλύτερες αναμνήσεις από ένα roadtrip δεν μένουν στον δρόμο. Σε ακολουθούν.
Την επόμενη μέρα περάσαμε από το Μιλάνο προς τη Φλωρεντία, χωρίς βιασύνη ή προορισμό — άδειες επαρχιακές διαδρομές, στάσεις για καφέ που κρατάνε μια ώρα, πρατήρια που καταλήγουν φωτογραφικά spots.
Μέχρι που, κάπου έξω από την Πάρμα, ήρθε η πιο αυθόρμητη απόφαση όλου του ταξιδιού. — Ρε συ... δεν αντέχω άλλο να πηγαίνω με τα όρια. — Ούτε εγώ. — Θυμάσαι που χθες είδαμε μια πίστα εδώ κοντά; — Τη Varano λες; — Πάμε να δούμε τι γίνεται; Δεν είχαμε κάνει καμία κράτηση, ούτε τηλεφωνήσει. Δεν ξέραμε αν είχε track day. Απλώς στρίψαμε το τιμόνι. Και αυτή αποδείχθηκε ίσως η καλύτερη απόφαση όλου του roadtrip.
Εκεί που η πίστα είναι καθημερινότητα
Το Autodromo di Varano δεν έχει τη φήμη του Nürburgring, ούτε τις 73 στροφές του, ούτε τα εκατομμύρια επισκέπτες του. Έχει όμως κάτι που μου έκανε μεγαλύτερη εντύπωση: τη φυσικότητα με την οποία οι Ιταλοί ζουν το αυτοκίνητο. Φτάσαμε Δευτέρα μεσημέρι, περιμένοντας μια άδεια πίστα. Αντί γι' αυτό, υπήρχε open track day. Μια παρέα που δοκίμαζε ένα Dallara κατασκευασμένο λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα. Ένας δεκαοχτάχρονος με i30 N. Ένα MX-5. Ένα ζευγάρι γύρω στα εβδομήντα με Mini Cooper R56. Δύο παιδιά με Abarth 595.
Κανείς δεν έμοιαζε να βρίσκεται εκεί για να αποδείξει κάτι. Ήταν Δευτέρα, είχαν σχολάσει από τη δουλειά και είχαν έρθει να κάνουν το χόμπι τους — όπως εμείς κανονίζουμε ένα παιχνίδι padel, εκείνοι κανονίζουν μερικούς γύρους στην πίστα. Ζήλεψα. Όχι τα αυτοκίνητα — την κουλτούρα. Την ευκολία με την οποία ο μηχανοκίνητος αθλητισμός είναι κομμάτι της καθημερινότητάς τους.
Κάναμε πάνω από είκοσι γύρους εκείνο το απόγευμα, γνωρίσαμε ακόμη περισσότερους ανθρώπους, και φύγαμε με την ίδια σκέψη: οι πίστες είναι απλώς η αφορμή. Οι άνθρωποι είναι αυτοί που κάνουν κάθε ταξίδι να αξίζει.
Η Φλωρεντία ήταν η ιδανική συνέχεια. Μετά από ημέρες γεμάτες βενζίνη, ήχο εξατμίσεων και κράνη, η πόλη μάς ανάγκασε να κατεβάσουμε ρυθμό — να αφήσουμε τα αυτοκίνητα να ξεκουραστούν, να χαθούμε στα στενά, να πιούμε έναν καφέ σε μια πλατεία χωρίς να κοιτάμε την ώρα. Αυτό είναι ίσως το πιο όμορφο στοιχείο ενός roadtrip: δεν είναι μόνο οι διαδρομές. Είναι η ισορροπία ανάμεσα στην ένταση και την ηρεμία.
Την επόμενη μέρα συνεχίσαμε προς τη Σιένα και τους δρόμους της Τοσκάνης. Δεν είχαν τη φήμη του Nürburgring ούτε την ένταση μιας πίστας. Είχαν όμως κάτι διαφορετικό: σου θύμιζαν γιατί αγαπάς την οδήγηση. Δεν χρειάζεσαι πάντα το όριο, χρονόμετρα ή 500 ίππους. Μερικές φορές αρκεί ένας όμορφος δρόμος, το αγαπημένο σου αυτοκίνητο, η σωστή παρέα και η αίσθηση ότι δεν σε περιμένει κανείς πουθενά.

Λίγες ώρες αργότερα η Ανκόνα εμφανίστηκε μπροστά μας. Το πλοίο θα μας γύριζε στην Ελλάδα, όμως κανείς δεν ένιωθε ότι το ταξίδι είχε τελειώσει. Γιατί τα καλύτερα roadtrips δεν τελειώνουν όταν σβήσεις τον κινητήρα. Τελειώνουν όταν σταματήσεις να τα διηγείσαι. Και, όσο περνούσαν οι ώρες στο κατάστρωμα, καταλαβαίναμε ότι αυτό θα αργούσε πολύ να συμβεί.

Αν με ρωτούσες τι θα έκανα διαφορετικά...
Με ρωτούν συχνά αν υπάρχει κάτι που θα άλλαζα. Η απάντηση είναι ναι. Θα έμενα μία μέρα παραπάνω, αφιερώνοντας περισσότερο χρόνο στο parking — εκεί γνώρισα τους πιο ενδιαφέροντες ανθρώπους του ταξιδιού. Δεν θα βιαζόμουν να κάνω πολλούς γύρους από την πρώτη ημέρα· το Nürburgring δεν φεύγει. Και θα είχα μαζί μου ένα δεύτερο σετ τακάκια — από εκείνα τα πράγματα που εύχεσαι να έχεις μόνο όταν τα χρειαστείς. Και, πάνω απ' όλα, θα έβαζα από την αρχή στο πρόγραμμα μία δεύτερη πίστα, όπως η Varano. Όχι για να οδηγήσω περισσότερο, αλλά για να γνωρίσω ακόμη περισσότερους ανθρώπους. Γιατί τελικά αυτοί ήταν το μεγαλύτερο κέρδος του ταξιδιού.
Δεν υπάρχει ένας σωστός τρόπος
Αν υπάρχει κάτι που έμαθα από αυτό το roadtrip, είναι ότι δεν υπάρχει ένας σωστός τρόπος να πας στο Nürburgring. Νταλίκα ή αυτοκίνητο ως εκεί. Με παρέα, με την κοπέλα σου, μόνος. Όσο πιο οικονομικά γίνεται, ή σαν πολυήμερη περιπλάνηση στην Ευρώπη. Ξενώνες ή ξενοδοχεία. Δύο γύρους ή είκοσι. Όλα αυτά είναι σωστά, γιατί κανένα από αυτά δεν είναι το σημαντικό. Το σημαντικό είναι να το κάνεις. Να δώσεις στον εαυτό σου την ευκαιρία να ζήσει αυτό που μέχρι σήμερα έβλεπε μόνο μέσα από μια οθόνη. Να γνωρίσεις ανθρώπους που, πριν από πέντε λεπτά, ήταν άγνωστοι και λίγο αργότερα μοιάζουν φίλοι χρόνων. Να καταλάβεις λίγο καλύτερα τι σημαίνει πραγματικά οδήγηση. Και να επιστρέψεις σπίτι έχοντας γεμίσει όχι μόνο την κάρτα της φωτογραφικής μηχανής, αλλά και το μυαλό σου με ιστορίες που θα λες για χρόνια. Γιατί, στο τέλος της ημέρας, δεν θα θυμάσαι πόσο γρήγορα πέρασες από τη Schwedenkreuz. Θα θυμάσαι τον τύπο με το GT4 που στάθηκε να θαυμάσει το δικό σου αυτοκίνητο. Τον Πάρη που σου άνοιξε μια θέση στο δεξί κάθισμα. Τον Κώστα που σου είπε να αφήσεις τον εγωισμό στο ξενοδοχείο. Το ηλικιωμένο ζευγάρι που έκανε γύρους στη Varano ένα συνηθισμένο μεσημέρι Δευτέρας. Και τότε θα καταλάβεις ότι οι πιο όμορφες αναμνήσεις αυτού του ταξιδιού δεν γράφτηκαν ποτέ στο χρονόμετρο. Γράφτηκαν στους ανθρώπους. Κάποτε κι εγώ πίστευα ότι το Nürburgring ήταν ένας μακρινός προορισμός. Ένα όνειρο που θα πραγματοποιούσα «κάποια στιγμή». Τελικά, το μόνο που χρειαζόταν ήταν να πάρω την απόφαση. Και όταν γυρίσεις κι εσύ πίσω, είμαι σίγουρος ότι θα πεις ακριβώς το ίδιο. Το Nürburgring ήταν πάντα πιο κοντά απ' όσο πίστευα.
Sign in to react
Σχόλια
Συνδέσου για να σχολιάσεις
- Κανένα σχόλιο ακόμη. Πες την άποψή σου.
Αν θέλεις να γράψεις και εσύ τη δική σου ιστορία - κάνε την submit εδώ
