Άγορασε το project car - Πώς λέγεται το απωθημένο όταν τελικά το ζεις;
Ένα MX-5 που δεν με άφησαν να πάρω στα 18. Ένα άλλο, ξεθωριασμένο και παρατημένο, που βρέθηκε μπροστά μου δέκα χρόνια αργότερα. Ανάμεσά τους, ένα απωθημένο που περίμενε υπομονετικά τη σειρά του. Κάπως έτσι, ένα παλιός Ιάπωνας έγινε project car — και το project car, ιστορίες που άξιζε να ζήσω.

Καλοκαίρι του 2012. Μόλις έχω ενηλικιωθεί, έχω τελειώσει το σχολείο και το πρώτο μου αυτοκίνητο είναι στα σκαριά. Εγώ, κυρίως για χαβαλέ —επειδή ήμουν από τους τυχερούς— αλλά και για να μαζέψω κανένα χαρτζιλίκι, δουλεύω στο πλυντήριο αυτοκινήτων ενός φίλου. 18χρονος petrolhead βλέπεις. Άντεξα ούτε μήνα να πλένω Peugeot 206 και Suzuki Swift πιο βρώμικα κι από γουρούνι ελευθέρας βοσκής. Να μην τα πολυλογώ, ο φίλος τότε πουλούσε ένα Mazda MX-5 NBFL. Χαμηλωμένο, με roll cage και —για τους πολύ διαβασμένους— Trilogy Edition. Ντυμένο σε ένα χακί ματ, με ζάντες με σχεδόν μηδενικό offset, αρκετά μπροστά για τα δεδομένα της εποχής. Κι εγώ, παιδί από αγώνες καρτ. Τι καλύτερο από ένα MX-5 για πρώτο αυτοκίνητο;
Η συμφωνία που κράτησε ένα απόγευμα.
Ψήσιμο στο ψήσιμο, ήρθε μια μέρα ο πατέρας μου να το δει στο πλυντήριο. Το έκανε βόλτα, όλα καλά, χειραψίες και είπαμε πως προχωράμε. Για μένα είχε ήδη τελειώσει η υπόθεση. Το ίδιο βράδυ έψαχνα μπρελόκ, τις πρώτες μόντες και φυσικά είχα ήδη αρχίσει να φαντάζομαι πού θα πάω την πρώτη κάμπριο βόλτα. Μόνο που τα σχέδια ήταν άλλα.
Ο αδερφός, η μάνα και το τέλος πριν καν αρχίσει.
Το ίδιο βράδυ έρχεται σπίτι ο αδερφός μου. Εξίσου άρρωστος με τα αυτοκίνητα και έχοντας ζήσει από πρώτο χέρι τη χρυσή εποχή 2002-2009, με κόντρες, Carrefour, Νίτρα και όλα εκείνα που σήμερα ακούγονται σαν αστικοί μύθοι μιας άλλης Θεσσαλονίκης. Με το που ακούει MX-5, πιάνει τους γονείς μου. «Ο μικρός με αυτό το αμάξι θα σκοτωθεί. Δεν έχει ηλεκτρονικά βοηθήματα, είναι πισωκίνητο, στην πρώτη βροχή θα αγκαλιάσει καμιά κολόνα.» Τη συνέχεια τη φαντάζεστε. Κλασική Ελληνίδα μάνα, έχοντας ήδη ζήσει τα όσα είχε ζήσει με τον μεγάλο αδερφό, ήθελε πλέον να προστατέψει πρωτίστως την ψυχική της γαλήνη. «Αγόρι μου, δεν θα πάρεις τόσο παλιό αμάξι. Θα βάλουμε κάτι παραπάνω και θα πάρεις ένα πιο καινούριο και ασφαλές.» Κάπως έτσι, το MX-5 έφυγε πριν καν έρθει. Το υπόλοιπο της ιστορίας το ξέρετε. Πήρα Mini Cooper S. Και τελικά, όλα για κάποιο λόγο γίνονται.
Το μικρόβιο δεν έφυγε ποτέ.

Πάμε τώρα στο 2022. Ο Άγγελος μεγάλωσε. Μυαλό δεν έβαλε. Και το μικρόβιο του διθέσιου, πισωκίνητου, καλοζυγισμένου Ιάπωνα δεν είχε φύγει ποτέ. Εκείνη την περίοδο οδηγούσα ένα βαρετό Range Rover Evoque. Μη με ρωτάτε γιατί. Δεν ξέρω. Ήμουν λοιπόν απελπισμένος για λίγη δράση. Μια μπάντα. Ένα στρίψιμο. Ένα βενζινοκίνητο γουργούρισμα. Κάτι, τέλος πάντων, που να μου θυμίσει ότι η οδήγηση μπορεί να είναι κάτι περισσότερο από το να μετακινείσαι από το Α στο Β. Και κάπου εκεί, ένα απόγευμα που βόλταρα στην Τούμπα, το είδα. Ένα σχεδόν παρατημένο Mazda MX-5 NA. Το παλιό. Με τα pop-up lights που, αφού για χρόνια τα θεωρούσαμε παλιομοδίτικα, είχαν αρχίσει ξαφνικά να γίνονται ξανά cool. Κόκκινο ξεθωριασμένο. Παλιές πινακίδες υπουργείου. Ζάντες JR, roll cage, σκισμένα καθίσματα, ξηλωμένα πράγματα στο εσωτερικό και μια εξάτμιση που μάλλον είχε ξεκινήσει τη ζωή της πάνω σε παπί. Κάποιο παρατημένο project, σκέφτηκα. Αξίζει λίγη αγάπη. Και κάπου εκεί έκανα ήδη εικόνα τον εαυτό μου σαν άλλον υπερήρωα, που θα εμφανιστεί για να σώσει το καημένο project βουτώντας οικειοθελώς μέσα στα έξοδα και τις αναποδιές. «Είναι μοντέλο της δεκαετίας μου», σκέφτηκα. Είχα ήδη αρχίσει δηλαδή να βρίσκω επιχειρήματα για να δικαιολογήσω στον εαυτό μου αυτό που κατά βάθος είχα αποφασίσει. Long story short: Αν δεν έκανα το λάθος, δεν θα μιλούσαμε καν τώρα.

«Είναι καλό, αλλά έχει δουλίτσα»
Κάπως όλα έγιναν εύκολα. Το MX-5 πέρασε στο όνομά μου και, σχεδόν πριν προλάβω να συνειδητοποιήσω τι είχα κάνει, βρέθηκε πάνω στην πρώτη του ράμπα συνεργείου. «Είναι καλό γενικά, αλλά έχει δουλίτσα», είπε ο Χρήστος, φίλος και μάστορας. Ξέρετε αυτές τις κλασικές φράσεις μηχανικών. Είναι κάτι σαν το «έρχομαι σε πέντε λεπτά». Κανείς δεν ξέρει ακριβώς τι σημαίνουν. Ξεκινήσαμε από τα απαραίτητα. Αναλώσιμα, ένα βασικό service και βλέπουμε. «Ιάπωνας είναι», είπα. «Πάει και μόνο του. Δεν θέλει πολλά πολλά.» Και, προς έκπληξή μου, με δικαίωσε. Με ένα απλό service βγήκαμε στον δρόμο. Και ήταν ακριβώς το καρτάκι που περίμενα δέκα χρόνια.

Πρώτα το εσωτερικό. Ένα Sparco τιμόνι και ένα κάθισμα-κουβάς. Το είχα απωθημένο. Να ανοίγω την πόρτα ενός δικού μου αυτοκινήτου, να κάθομαι μέσα σε έναν κουβά, να έχω το roll cage πίσω από το κεφάλι μου και να δένομαι με ζώνες τεσσάρων σημείων. Να 'ναι καλά το Marketplace και οι φίλοι με τους οποίους, αντί να πίνουμε απλώς καφέδες, χαζεύαμε αγγελίες με car parts. Ευτυχώς, τα κόστη παρέμεναν σχετικά μικρά. Πράγματα για Miata βρίσκεις σχεδόν μέχρι και στα περίπτερα. Κάτι σαν τα παλιά BMW E30, E36 και E46.

Miata Vice
Και αν αυτή τη στιγμή που το διαβάζεις έχει ήδη εμφανιστεί στο μυαλό σου εκείνο το project που χαζεύεις εδώ και μήνες, θα έρθω σαν κακό-καλό διαβολάκι στον ώμο σου και θα σου πω: Κάν' το. Δεν είχε περάσει ούτε εβδομάδα και είχα ήδη αρχίσει να δένομαι μαζί του. Γιατί μου έκανε τα χατίρια χωρίς να ζητάει πολλά πίσω. Ωραία οδήγηση, φθηνή συντήρηση και, ευτυχώς, Νοέμβρης μήνας, οπότε η παντελής έλλειψη air condition μπορούσε ακόμα να βαφτιστεί «χαρακτήρας». Αποφάσισα να το βάψω. Πάλι με σχετικά μικρό κόστος. Και ξαφνικά το παρατημένο, ξεθωριασμένο κόκκινο Mazda που είχα βρει στην Τούμπα είχε μεταμορφωθεί. Είχα ένα μικρό κάμπριο για βόλτες, με κουβά, roll cage, χαμήλωμα, αεροτομές και spoilers, καρτίσια οδήγηση και όλα αυτά με λιγότερα από 5.000 ευρώ. Με άλλα λόγια: Miata Vice.


Και μετά ήρθε η πίστα.

Κάπου εκεί γεννήθηκε μέσα μου η επόμενη κακή ιδέα. Να το βάλω πίστα. Ένα καλό λαστιχάκι λοιπόν, τακάκια, σωληνάκια υψηλής και, ευτυχώς για την τσέπη μου, το αυτοκίνητο φορούσε ήδη coilover. Χωρίς πολλά πολλά, βρεθήκαμε στο Ρύσιο. Γνώριμη πίστα για μένα. Μόνο που αυτή τη φορά δεν ήμουν μέσα σε καρτ. Φόρεσα όμως το κράνος μου, δέθηκα στον κουβά και βγήκα στην πίστα με ένα ιαπωνικό καρτ 1.600 κυβικών που, για κάποιον ανεξήγητο λόγο, είχε πινακίδες κυκλοφορίας. Η πρώτη μου επαφή με αυτοκίνητο σε πίστα. Και δύσκολα θα μπορούσα να έχω διαλέξει καλύτερο δάσκαλο. Το Miata δεν είχε άλογα για να σε τρομάξει. Δεν προσπαθούσε να κρύψει τα λάθη σου πίσω από ηλεκτρονικά και τεράστια ελαστικά. Είχε όμως φρένα, ζύγισμα και εκείνη την απλότητα που σου επέτρεπε να καταλάβεις τι ακριβώς συμβαίνει κάτω από εσένα. Να δοκιμάσεις. Να κάνεις λάθος. Να μάθεις. Και να ξαναδοκιμάσεις. Σιγά σιγά έγινε συνήθεια. Μαζευόμασταν παρέα, πίναμε το καφεδάκι μας κι εγώ έπαιρνα το καρτ δρόμου μου, πήγαινα στην πίστα, έμπαινα, έπαιζα και μετά γύριζα σπίτι οδηγώντας το ίδιο αυτοκίνητο. Γεμάτος. Όχι από χρόνους και γρήγορους γύρους. Από όλη τη διαδικασία. Έτσι ζήσαμε μαζί περίπου έξι μήνες, με σχεδόν απροβλημάτιστο ιστορικό. Κάτι μοτέρ ρελαντί, κάτι ηλεκτρικά που αποφάσιζαν κατά καιρούς να θυμηθούν την ηλικία τους και μερικές ακόμα μικρές υπενθυμίσεις ότι οδηγούσα ένα αυτοκίνητο τριών δεκαετιών. Τίποτα όμως που να έχει πραγματικά σημασία. Γιατί τελικά, δέκα χρόνια μετά από εκείνο το απόγευμα στο πλυντήριο, είχα καταφέρει να ζήσω το απωθημένο. Μόνο που αποδείχθηκε πως το MX-5 δεν ήταν ποτέ το πραγματικό απωθημένο. Ήταν όλα ήρθαν με αυτό.

Πάρε το project car.
Οι ώρες στο συνεργείο. Τα βράδια στο Marketplace. Τα μηνύματα σε φίλους για ένα ανταλλακτικό. Οι καφέδες γύρω από ένα ανοιχτό καπό. Η πρώτη φορά στην πίστα. Οι άνθρωποι που γνώρισα. Οι χαζές αποφάσεις που έγιναν ωραίες αναμνήσεις. Γιατί ένα project car δεν είναι ποτέ μόνο ένα παλιό αυτοκίνητο. Και σίγουρα δεν είναι λογική αγορά. Θα χαλάσει. Θα σε εκνευρίσει. Θα κοστίσει λίγο περισσότερο απ' όσο υπολόγιζες και κάποια στιγμή θα βρεθείς να περιμένεις ένα ανταλλακτικό που δεν ήξερες καν ότι υπήρχε, αναρωτώμενος γιατί δεν αγόρασες απλώς κάτι καινούριο, με εγγύηση και CarPlay. Αλλά αυτό είναι και το ωραίο. Γιατί τα αυτοκίνητα έχουν αυτή την περίεργη ικανότητα να μας βγάζουν από το σπίτι. Να μας στέλνουν σε μέρη που διαφορετικά δεν θα είχαμε κανέναν λόγο να πάμε. Να μας γνωρίζουν ανθρώπους που διαφορετικά δεν θα συναντούσαμε ποτέ. Και κάπως έτσι, ξεκινάς ψάχνοντας ένα τιμόνι, ένα σετ ζάντες ή ένα μοτέρ ρελαντί και, χωρίς να το καταλάβεις, καταλήγεις να μαζεύεις κάτι πολύ σημαντικότερο από ανταλλακτικά. Μαζεύεις ιστορίες. Οπότε, αν έχεις κι εσύ εκείνη την αγγελία αποθηκευμένη στο κινητό σου, αν περνάς κάθε τόσο έξω από ένα παρατημένο αμάξι και γυρνάς το κεφάλι ή αν εδώ και χρόνια λες «κάποια στιγμή θα πάρω ένα και θα το φτιάξω»... Κάν' το. Πάρε εκείνο το project car. Φτιάξ' το. Χάλασέ το. Ξαναφτιάξ' το. Κάνε χιλιόμετρα. Μπες πίστα. Χάσου σε μια διαδρομή χωρίς λόγο. Πιες καφέδες σε συνεργεία. Γνώρισε ανθρώπους. Μπλέξε λίγο περισσότερο απ' όσο υπολόγιζες. Γιατί μια μέρα πιθανότατα δεν θα θυμάσαι πόσο κόστισε εκείνο το σετ ζάντες. Θα θυμάσαι όμως ποιος ήταν μαζί σου όταν πήγες να το πάρεις. Και ίσως αυτός να είναι τελικά ο λόγος που αξίζει να έχουμε τέτοια αυτοκίνητα. Όχι μόνο για να έχουμε κάτι να οδηγούμε. Αλλά για να έχουμε κάτι να ζούμε. Γιατί μέσα από αυτά έχουμε ιστορίες να λέμε και ανθρώπους να γνωρίζουμε. Και κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά, χωρίς να το καταλαβαίνουμε, γινόμαστε κι εμείς λίγο καλύτεροι. Αυτό, άλλωστε, είναι και το Groundspeed. Εμείς απλώς ξεκινήσαμε να γράφουμε τις δικές μας ιστορίες. Τώρα περιμένουμε τη δική σου.
Sign in to react
Σχόλια
Συνδέσου για να σχολιάσεις
- Κανένα σχόλιο ακόμη. Πες την άποψή σου.
Αν θέλεις να γράψεις και εσύ τη δική σου ιστορία - κάνε την submit εδώ
